patrician
Pronunciation
/pəˈtɹɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "patrician"στα αγγλικά

01

πατρίκιος, αριστοκράτης

a person belonging to the highest social class or aristocracy in certain societies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
patricians
Παραδείγματα
The patricians of ancient Rome formed an elite class that controlled political affairs and held positions of authority in the Senate.
Οι πατρίκιοι της αρχαίας Ρώμης σχημάτιζαν μια ελίτ τάξη που ελέγχει τις πολιτικές υποθέσεις και κατείχε θέσεις εξουσίας στη Γερουσία.
02

πατρίκιος, αριστοκράτης

a person of refined upbringing and manners
01

πατρικιακός, αριστοκρατικός

belonging to or characteristic of the nobility or aristocracy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

πατρικιακός, ευγενής

befitting a person of noble origin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store