patisserie
pa
pə
pē
ti
ˈtɪ
ti
sse
sə
sē
rie
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "patisserie"στα αγγλικά

01

ζαχαροπλαστείο

a store that sells cakes and pastries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
patisseries

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store