patisserie
Pronunciation
/pˈæɾɪsɚɹi/

Ορισμός και σημασία του "patisserie"στα αγγλικά

01

ζαχαροπλαστείο

a store that sells cakes and pastries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
patisseries
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store