Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patiently
01
υπομονετικά
in a calm and tolerant way, without becoming annoyed
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She waited patiently in the long queue at the pharmacy.
Περίμενε υπομονετικά στη μακριά ουρά στο φαρμακείο.
Λεξικό Δέντρο
impatiently
patiently
patient
pati



























