patio
Pronunciation
/ˈpætiˌoʊ/

Ορισμός και σημασία του "patio"στα αγγλικά

01

ταράτσα, πατιό

an outdoor area with paved floor belonging to a house used for sitting, relaxing or eating in
patio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
patios
Παραδείγματα
The new house has a spacious patio where they plan to host barbecues and family gatherings.
Το καινούριο σπίτι έχει έναν ευρύχωρο πατάριo όπου σχεδιάζουν να φιλοξενήσουν μπάρμπεκιου και οικογενειακές συγκεντρώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store