Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pathological
01
παθολογικός, σχετικός με την παθολογία
of or relating to the practice of pathology
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
παθολογικός, ψυχασθενής
caused by or evidencing a mentally disturbed condition
03
παθολογικός, νοσηρός
relating to or caused by an illness or disease
Παραδείγματα
The pathological findings confirmed the presence of a rare genetic disorder.
Τα παθολογικά ευρήματα επιβεβαίωσαν την ύπαρξη μιας σπάνιας γενετικής διαταραχής.
Λεξικό Δέντρο
pathologically
pathological



























