pathological
pa
ˌpæ
παι
tho
θə
θα
lo
ˈlɑ
λα
gi
ʤɪ
τζι
cal
kəl
καλ
/pˌæθəlˈɒd‍ʒɪkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "pathological"στα αγγλικά

pathological
01

παθολογικός, σχετικός με την παθολογία

of or relating to the practice of pathology
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

παθολογικός, ψυχασθενής

caused by or evidencing a mentally disturbed condition
03

παθολογικός, νοσηρός

relating to or caused by an illness or disease
Παραδείγματα
The pathological findings confirmed the presence of a rare genetic disorder.
Τα παθολογικά ευρήματα επιβεβαίωσαν την ύπαρξη μιας σπάνιας γενετικής διαταραχής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store