Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pathological
01
παθολογικός, σχετικός με την παθολογία
of or relating to the practice of pathology
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
παθολογικός, ψυχασθενής
caused by or evidencing a mentally disturbed condition
03
παθολογικός, νοσηρός
relating to or caused by an illness or disease
Παραδείγματα
The doctor observed pathological changes in the patient's organs due to the progression of the disease.
Ο γιατρός παρατήρησε παθολογικές αλλαγές στα όργανα του ασθενούς λόγω της προόδου της ασθένειας.
Λεξικό Δέντρο
pathologically
pathological



























