to pat
pat
pæt
pāt
jatmatkatrat

Ορισμός και σημασία του "pat"στα αγγλικά

to pat
01

χτυπώ ελαφρά, χαϊδεύω απαλά

to gently touch or stroke with the hand, usually as a gesture of affection or reassurance 
Transitive: to pat sb/sth
to pat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pat
γ΄ ενικό πρόσωπο
pats
ενεστώτα μετοχή
patting
απλός αόριστος
patted
παθητική μετοχή
patted
Παραδείγματα
Every morning, she pats her cat as part of their daily routine. 

Κάθε πρωί, χαϊδεύει τη γάτα της ως μέρος της καθημερινής τους ρουτίνας.

02

χτυπώ ελαφρά, χαϊδεύω

to touch or hit gently and repeatedly with an open hand 
Transitive: to pat sth
Παραδείγματα
She decided to pat the dust off the old book before placing it on the shelf. 

Αποφάσισε να χτυπήσει ελαφρά τη σκόνη από το παλιό βιβλίο πριν το βάλει στο ράφι.

01

ελαφρύ χτύπημα, απαλό χάδι

a gentle tapping or pressing motion done with the hands on the skin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pats
02

ήχος απαλού χτυπήματος, απαλό χτύπημα

the sound made by a gentle blow 
01

πλήρως, τέλεια

completely or perfectly 
γραμματικές πληροφορίες
01

τέλεια προσαρμοσμένο, ιδανικό

exactly suited to the occasion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pattest
συγκριτικός βαθμός
patter
διαβαθμίσιμο
02

υπεραπλουστευμένος, επιφανειακός

having a response or explanation that is overly simple 
Παραδείγματα
His pat answer to the complex issue showed he hadn't thought it through. 

Η έτοιμη απάντησή του στο περίπλοκο ζήτημα έδειξε ότι δεν το είχε σκεφτεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store