Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pasteurize
01
παστεριώνω, στειρώνω με πάστεριση
to heat a liquid, like milk or juice, to kill harmful bacteria while preserving its taste and nutrients
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pasteurize
γ΄ ενικό πρόσωπο
pasteurizes
ενεστώτα μετοχή
pasteurizing
απλός αόριστος
pasteurized
παθητική μετοχή
pasteurized
Παραδείγματα
The dairy farm pasteurizes its milk before bottling it to ensure consumer safety.
Το γαλακτοκομικό αγρόκτημα προσθέτει πάστερ στο γάλα του πριν το εμφιαλώσει για να διασφαλίσει την ασφάλεια των καταναλωτών.
Λεξικό Δέντρο
pasteurized
pasteurize



























