Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pastern
01
το παστέρνι, το τμήμα του άκρου του αλόγου μεταξύ της οπλής και του αστραγάλου
the part of a horse's limb between the hoof and the fetlock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pasterns



























