Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passionless
01
χωρίς πάθος, απαθής
not passionate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most passionless
συγκριτικός βαθμός
more passionless
διαβαθμίσιμο
02
χωρίς πάθος, χωρίς συναίσθημα
lacking strong emotions, enthusiasm, or intensity
Παραδείγματα
His passionless response to the exciting news left everyone puzzled.
Η άτονη απάντησή του στα συναρπαστικά νέα άφησε όλους σε σύγχυση.
Λεξικό Δέντρο
passionless
passion



























