passenger vehicle
pa
ˈpæ
ssen
sɪn
sin
ger
ʤə
ve
vi:ɪ
vii
hicle
əkl
ēkl

Ορισμός και σημασία του "passenger vehicle"στα αγγλικά

Passenger vehicle
01

επιβατικό όχημα, αυτοκίνητο

a vehicle designed to transport people rather than goods 
passenger vehicle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
passenger vehicles
Παραδείγματα
The passenger vehicle had seating for up to five adults. 

Το επιβατικό όχημα είχε καθίσματα για έως και πέντε ενήλικες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store