Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass up
01
χάνω, αρνούμαι
to refuse to accept an opportunity or offer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass up
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes up
ενεστώτα μετοχή
passing up
απλός αόριστος
passed up
παθητική μετοχή
passed up
Παραδείγματα
I can't believe he passed up the chance to work in Paris.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι απέρριψε την ευκαιρία να δουλέψει στο Παρίσι.
02
αγνοώ, παραβλέπω
to overlook something or someone
Παραδείγματα
He passed up the fact that his colleague was struggling and didn't offer help.
Παρέλειψε το γεγονός ότι ο συνάδελφός του αγωνιζόταν και δεν προσέφερε βοήθεια.



























