Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass along
01
μεταδίδω, περνώ
transmit information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass along
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes along
ενεστώτα μετοχή
passing along
απλός αόριστος
passed along
παθητική μετοχή
passed along



























