partly
Pronunciation
/ˈpɑɹtɫi/

Ορισμός και σημασία του "partly"στα αγγλικά

01

μερικώς, σε κάποιο βαθμό

to a specific extent or degree
partly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The painting is partly abstract and partly realistic.
Ο πίνακας είναι εν μέρει αφηρημένος και εν μέρει ρεαλιστικός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store