partly
part
ˈpɑ:t
paat
ly
li
li
partyportlypertly

Ορισμός και σημασία του "partly"στα αγγλικά

01

μερικώς, σε κάποιο βαθμό

to a specific extent or degree 
partly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The project was successful partly due to her leadership. 

Το έργο ήταν επιτυχές εν μέρει λόγω της ηγεσίας της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store