Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pare down
01
σταδιακά μειώνω, περικόπτω σταδιακά
to reduce gradually, often by removing unnecessary or excessive elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
pare
ενεστώτας
pare down
γ΄ ενικό πρόσωπο
pares down
ενεστώτα μετοχή
paring down
απλός αόριστος
pared down
παθητική μετοχή
pared down
Παραδείγματα
The company decided to pare down its workforce to cut costs during the recession.
Η εταιρεία αποφάσισε να μειώσει σταδιακά το εργατικό της δυναμικό για να μειώσει το κόστος κατά τη διάρκεια της ύφεσης.



























