parasol
pa
ˈpæ
ra
sol
sɒl
sol

Ορισμός και σημασία του "parasol"στα αγγλικά

01

παρασόλ, ομπρέλα ηλίου

a type of umbrella designed to provide shade from the sun 
parasol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parasols
Παραδείγματα
She opened her parasol to shield herself from the harsh midday sun. 

Άνοιξε την ομπρέλα της για να προστατευτεί από τον δυνατό μεσημεριανό ήλιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store