parasol
Pronunciation
/pˈæɹəsˌɑːl/

Ορισμός και σημασία του "parasol"στα αγγλικά

01

παρασόλ, ομπρέλα ηλίου

a type of umbrella designed to provide shade from the sun
parasol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parasols
Παραδείγματα
He used a parasol to protect his skin while walking through the park.
Χρησιμοποίησε μια ομπρέλα για να προστατεύσει το δέρμα του ενώ περπατούσε στο πάρκο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store