Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parasitic
01
παρασιτικός, παράσιτος
relating to organisms that live on or inside other organisms, benefiting at the expense of their hosts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most parasitic
συγκριτικός βαθμός
more parasitic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Parasitic organisms, like ticks and tapeworms, depend on other living beings for their survival and reproduction.
Οι παρασιτικοί οργανισμοί, όπως τα τσιμπήματα και οι ταινίες, εξαρτώνται από άλλα ζωντανά όντα για την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους.
02
παρασιτικός, προκαλούμενος από παράσιτα
relating to or caused by parasites
03
παρασιτικός, βδέλλα
of plants or persons; having the nature or habits of a parasite or leech; living off another
Λεξικό Δέντρο
nonparasitic
semiparasitic
parasitic
parasite



























