Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to paraphrase
01
παραφράζω, επιμεταφράζω
to express the meaning of something written or spoken with a different choice of words
Transitive: to paraphrase information or content
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
paraphrase
γ΄ ενικό πρόσωπο
paraphrases
ενεστώτα μετοχή
paraphrasing
απλός αόριστος
paraphrased
παθητική μετοχή
paraphrased
Παραδείγματα
The teacher encouraged students to paraphrase the poem, emphasizing their interpretation of the verses.
Ο δάσκαλος ενθάρρυνε τους μαθητές να παραφράσουν το ποίημα, τονίζοντας την ερμηνεία τους των στίχων.
Paraphrase
01
παράφραση, αναδιατύπωση
rewording for the purpose of clarification
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paraphrases



























