paralyzed
pa
ˈpæ
ra
lyzed
laɪzd
laizd
sterilizedunsterilized
paralysed

Ορισμός και σημασία του "paralyzed"στα αγγλικά

01

παραλυτικός, ακίνητος

unable to move or feel part or all of one's body due to injury or illness 
paralyzed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most paralyzed
συγκριτικός βαθμός
more paralyzed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The paralyzed man relies on a wheelchair for mobility. 

Ο παραλυτικός άνδρας βασίζεται σε ένα αναπηρικό καροτσάκι για την κίνησή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store