Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paralyzed
01
παραλυτικός, ακίνητος
unable to move or feel part or all of one's body due to injury or illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most paralyzed
συγκριτικός βαθμός
more paralyzed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite being paralyzed, she remains hopeful and determined to overcome her challenges.
Παρά το ότι είναι παραλυτική, παραμένει αισιόδοξη και αποφασισμένη να ξεπεράσει τις προκλήσεις της.
Λεξικό Δέντρο
paralyzed
paralyze



























