paralytic
pa
ˌpæ
παι
ra
ρα
ly
ˈlɪ
λι
tic
tɪk
τικ
parasitic

Ορισμός και σημασία του "paralytic"στα αγγλικά

01

παραλυτικός, άτομο που πάσχει από παράλυση

a person suffering from paralysis 
paralytic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paralytics
01

παραλυτικός, πληγείς από παράλυση

affected with paralysis 
paralytic definition and meaning
02

παραλυτικός, σχετικός με την παράλυση

relating to or of the nature of paralysis 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, health, condition

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

paralytic
paralyt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store