parallelepiped
pa
ˈpæ
παι
ra
ρα
lle
ˌlɛ
λε
le
λι
piped
paɪpt
παιπτ
/pˈaɹəlˌɛlɪpˌaɪpt/

Ορισμός και σημασία του "parallelepiped"στα αγγλικά

Parallelepiped
01

παραλληλεπίπεδο, ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο

a three-dimensional figure with six parallelogram faces, where each face is parallel to the opposite face
parallelepiped definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parallelepipeds
Παραδείγματα
A rectangular prism is a specific form of a parallelepiped with right angles.
Ένα ορθογώνιο πρίσμα είναι μια συγκεκριμένη μορφή παραλληλεπιπέδου με ορθές γωνίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store