paragraph
pa
ˈpæ
παι
rag
ˌrəg
ραγκ
raph
ræf
ραιφ
/pˈæɹəɡɹˌæf/

Ορισμός και σημασία του "paragraph"στα αγγλικά

01

παράγραφος, αλινέα

a self-contained part of discourse that consists of one or more sentences dealing with a particular topic, indicated by indentation
paragraph definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paragraphs
to paragraph
01

γράφω παραγράφους, εργάζομαι ως παραγραφέας

write paragraphs; work as a paragrapher
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
paragraph
γ΄ ενικό πρόσωπο
paragraphs
ενεστώτα μετοχή
paragraphing
απλός αόριστος
paragraphed
παθητική μετοχή
paragraphed
02

γράφω μια παράγραφο, γράφω σε παράγραφο

write about in a paragraph
03

διαιρώ σε παραγράφους, χωρίζω σε παραγράφους

divide into paragraphs, as of text
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store