Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paragraph
01
παράγραφος, αλινέα
a self-contained part of discourse that consists of one or more sentences dealing with a particular topic, indicated by indentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paragraphs
to paragraph
01
γράφω παραγράφους, εργάζομαι ως παραγραφέας
write paragraphs; work as a paragrapher
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
paragraph
γ΄ ενικό πρόσωπο
paragraphs
ενεστώτα μετοχή
paragraphing
απλός αόριστος
paragraphed
παθητική μετοχή
paragraphed
02
γράφω μια παράγραφο, γράφω σε παράγραφο
write about in a paragraph
03
διαιρώ σε παραγράφους, χωρίζω σε παραγράφους
divide into paragraphs, as of text
LanGeek



























