Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Par
01
παρ, ο τυπικός αριθμός χτυπημάτων
the standard number of strokes expected for a skilled golfer to complete a hole or course
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pars
Παραδείγματα
He hit a long putt to secure par on the challenging par 3.
Χτύπησε ένα μακρύ putt για να εξασφαλίσει το par στο απαιτητικό par 3.
02
ισότητα, ισοτιμία
a state of being essentially equal or equivalent; equally balanced
to par
01
εξισώνω
make a score (on a hole) equal to par
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
par
γ΄ ενικό πρόσωπο
pars
ενεστώτα μετοχή
parring
απλός αόριστος
parred
παθητική μετοχή
parred



























