par
par
pɑ:
πα
arebarmartar

Ορισμός και σημασία του "par"στα αγγλικά

01

παρ, ο τυπικός αριθμός χτυπημάτων

the standard number of strokes expected for a skilled golfer to complete a hole or course 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pars
Παραδείγματα
He made par on every hole to finish even for the round. 

Έκανε παρ σε κάθε τρύπα για να τερματίσει ισόπαλος για τον γύρο.

02

ισότητα, ισοτιμία

a state of being essentially equal or equivalent; equally balanced 
to par
01

εξισώνω

make a score (on a hole) equal to par 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
par
γ΄ ενικό πρόσωπο
pars
ενεστώτα μετοχή
parring
απλός αόριστος
parred
παθητική μετοχή
parred

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store