Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Papaw
01
παπάγια, φρούτο παπάγιας
fruit with yellow flesh; related to custard apples
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
papaws
02
παπάγια, μικρό δέντρο φρούτων
small tree native to the eastern United States having oblong leaves and fleshy fruit



























