Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Avoidance
01
αποφυγή, αποχή
the act of staying away from or preventing oneself from engaging with something, typically due to fear or dislike
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
avoidances
Παραδείγματα
His avoidance of the topic made everyone suspicious.
Η αποφυγή του θέματος από μέρους του έκανε όλους να υποψιάζονται.



























