Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pantomime
01
παντομίμα, μιμική
a method of performance in which the performer uses body and hand gestures in order to suggest an idea or tell something without using words
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pantomimes
Παραδείγματα
In acting class, students practiced pantomime to improve their ability to express emotions without speaking.
Στο μάθημα υποκριτικής, οι μαθητές εξασκήθηκαν στην παντομίμα για να βελτιώσουν την ικανότητά τους να εκφράζουν συναισθήματα χωρίς να μιλούν.
to pantomime
01
παντομιμάρω, μιμούμαι
act out without words but with gestures and bodily movements only
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pantomime
γ΄ ενικό πρόσωπο
pantomimes
ενεστώτα μετοχή
pantomiming
απλός αόριστος
pantomimed
παθητική μετοχή
pantomimed
Λεξικό Δέντρο
pantomimist
pantomime



























