avoidable
a
ə
α
voi
ˈvɔɪ
βοϊ
da
ντα
ble
bəl
μπαλ
/ɐvˈɔ‍ɪdəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "avoidable"στα αγγλικά

01

αποφευκτός, προληπτικός

capable of being prevented or evaded through cautionary actions or decisions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most avoidable
συγκριτικός βαθμός
more avoidable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Avoidable conflicts often arise from miscommunication and misunderstandings.
Οι αποφευκτές συγκρούσεις προκύπτουν συχνά από λανθασμένη επικοινωνία και παρεξηγήσεις.

Λεξικό Δέντρο

unavoidable
avoidable
avoid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store