Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avoidable
01
αποφευκτός, προληπτικός
capable of being prevented or evaded through cautionary actions or decisions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most avoidable
συγκριτικός βαθμός
more avoidable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The avoidable traffic jam could have been prevented with better traffic management.
Η αποφευκτή κίνηση θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με καλύτερη διαχείριση της κυκλοφορίας.



























