avoidable
a
ə
α
voi
ˈvɔɪ
βοϊ
dable
dəbl
νταμπλ
voidable

Ορισμός και σημασία του "avoidable"στα αγγλικά

01

αποφευκτός, προληπτικός

capable of being prevented or evaded through cautionary actions or decisions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most avoidable
συγκριτικός βαθμός
more avoidable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
prevention, risk, outcomes
Παραδείγματα
The avoidable traffic jam could have been prevented with better traffic management. 

Η αποφευκτή κίνηση θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με καλύτερη διαχείριση της κυκλοφορίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unavoidable
avoidable
avoid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store