avocation
a
ˌæ
ā
vo
ca
ˈkeɪ
kei
tion
ʃən
shēn
aviation

Ορισμός και σημασία του "avocation"στα αγγλικά

01

χόμπι, ψυχαγωγία

a hobby pursued alongside one's main occupation, typically for enjoyment 
avocation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
avocations
Παραδείγματα
Gardening is her avocation; she finds solace in tending to her plants. 

Η κηπουρική είναι το χόμπι της· βρίσκει παρηγοριά στη φροντίδα των φυτών της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

avocational
avocation
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store