pander
pan
ˈpæn
pān
der
də
dē
padderponderpandarpaneer

Ορισμός και σημασία του "pander"στα αγγλικά

01

προαγωγός, μαστροπός

someone who procures customers for whores (in England they call a pimp a ponce) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
panders
to pander
01

χαριεντίζομαι, ικανοποιώ

to do what others want to please them, even when it is unnecessary or morally wrong 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pander
γ΄ ενικό πρόσωπο
panders
ενεστώτα μετοχή
pandering
απλός αόριστος
pandered
παθητική μετοχή
pandered
Παραδείγματα
She often panders to her friends’ requests, even when it means compromising her own values. 

Συχνά ικανοποιεί τα αιτήματα των φίλων της, ακόμα και όταν αυτό σημαίνει ότι θυσιάζει τις δικές της αξίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store