Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pan out
01
επιτυγχάνω, καταλήγω ευνοϊκά
to succeed or come to a favorable outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
pan
ενεστώτας
pan out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pans out
ενεστώτα μετοχή
panning out
απλός αόριστος
panned out
παθητική μετοχή
panned out
Παραδείγματα
They faced many setbacks in their project, but in the end, everything panned out.
Αντιμετώπισαν πολλά εμπόδια στο έργο τους, αλλά στο τέλος, όλα πετύχαν.
02
ψάχνω για χρυσό πλένωντας βρωμιά ή άμμο σε ένα ταψί, πλένω χώμα ή άμμο για να βρω χρυσό
to search for gold or other valuable substances by washing dirt or sand in a pan
Παραδείγματα
The old man told tales of how he used to pan out in the valleys and found gold.
Ο γέρος άντρας έλεγε ιστορίες για το πώς έψαχνε για χρυσό στις κοιλάδες και έβρισκε χρυσό.



























