Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avid
Παραδείγματα
He's an avid reader, spending hours immersed in books every day.
Είναι ένας παθιασμένος αναγνώστης, περνώντας ώρες βυθισμένος σε βιβλία κάθε μέρα.
02
άπληστος, λαχταριστός
(often followed by `for') ardently or excessively desirous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most avid
συγκριτικός βαθμός
more avid
διαβαθμίσιμο



























