aviator
a
ˈeɪ
ei
via
ˌvieɪ
viei
tor

Ορισμός και σημασία του "aviator"στα αγγλικά

01

αεροπόρος, πιλότος

a person who operates an aircraft 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aviators
Παραδείγματα
The experienced aviator navigated through turbulent weather with ease. 

Ο έμπειρος αεροπόρος πλοήγησε μέσα από ταραχώδεις καιρικές συνθήκες με ευκολία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aviator
aviate
avi
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store