palpation
pal
pæl
pāl
pa
ˈpeɪ
pei
tion
ʃən
shēn
palpitationpalliation

Ορισμός και σημασία του "palpation"στα αγγλικά

01

ψηλάφηση, εξέταση με ψηλάφηση

a hands-on medical examination to assess the characteristics of underlying structures in the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palpations
Παραδείγματα
Palpation is commonly used by healthcare professionals to assess tissues and organs. 

Η ψηλάφηση χρησιμοποιείται συνήθως από επαγγελματίες υγείας για την αξιολόγηση των ιστών και των οργάνων.

Λεξικό Δέντρο

palpation
palpate
palp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store