Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palpation
01
ψηλάφηση, εξέταση με ψηλάφηση
a hands-on medical examination to assess the characteristics of underlying structures in the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
palpations
Παραδείγματα
Palpation is commonly used by healthcare professionals to assess tissues and organs.
Η ψηλάφηση χρησιμοποιείται συνήθως από επαγγελματίες υγείας για την αξιολόγηση των ιστών και των οργάνων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
palpation
palpate
palp



























