Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palomino
01
παλομίνο, άλογο παλομίνο
a cream or golden horse with a white tail and mane
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
palominos



























