palm oil
palm
pɑ:m
παμ
oil
ɔɪl
οϊλ
/pˈɑːm ˈɔɪl/

Ορισμός και σημασία του "palm oil"στα αγγλικά

01

φοινικέλαιο, φυτικό λάδι από τους καρπούς του φοίνικα

a type of vegetable oil derived from the fruit of oil palm trees
palm oil definition and meaning
Παραδείγματα
It is important to check the label and choose products that are free from palm oil if you want to avoid it.
Είναι σημαντικό να ελέγχετε την ετικέτα και να επιλέγετε προϊόντα που δεν περιέχουν φοινικέλαιο αν θέλετε να το αποφύγετε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store