palm oil
palm
pɑ:m
paam
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "palm oil"στα αγγλικά

01

φοινικέλαιο, φυτικό λάδι από τους καρπούς του φοίνικα

a type of vegetable oil derived from the fruit of oil palm trees 
palm oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He likes to cook his french fries in palm oil for a crispy texture. 

Του αρέσει να τηγανίζει τις πατάτες του σε φαινέλαιο για μια τραγανή υφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store