to palm off
palm
pɑ:m
paam
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "palm off"στα αγγλικά

to palm off
01

ξεφορτώνομαι, πουλάω

to dispose of something by giving or selling it to someone else though persuasion or deception 
to palm off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
palm
ενεστώτας
palm off
γ΄ ενικό πρόσωπο
palms off
ενεστώτα μετοχή
palming off
απλός αόριστος
palmed off
παθητική μετοχή
palmed off
Παραδείγματα
He tried to palm off a fake painting as the real deal. 

Προσπάθησε να πουλήσει ένα ψεύτικο πίνακα ως πραγματικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store