Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to palm off
[phrase form: palm]
01
ξεφορτώνομαι, πουλάω
to dispose of something by giving or selling it to someone else though persuasion or deception
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
palm
ενεστώτας
palm off
γ΄ ενικό πρόσωπο
palms off
ενεστώτα μετοχή
palming off
απλός αόριστος
palmed off
παθητική μετοχή
palmed off
Παραδείγματα
When the office upgraded its computers, they tried to palm the old ones off to the interns.
Όταν το γραφείο αναβάθμισε τους υπολογιστές του, προσπάθησαν να ξεφορτωθούν τα παλιά στους πρακτικούς.



























