Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palliative
01
παλλιάτιβο, παλλιατική θεραπεία
a treatment that eases symptoms but does not address the underlying cause
Παραδείγματα
He sought palliatives to ease the effects of his illness.
Αναζητούσε παλλιατικά για να ανακουφίσει τις επιπτώσεις της ασθένειάς του.
palliative
01
πραϋντικός, συμπτωματικός
relieving symptoms without curing the underlying cause
Παραδείγματα
The family sought palliative options for their loved one.
Η οικογένεια αναζήτησε πηκτικές επιλογές για τον αγαπημένο τους.



























