palliative
pa
ˈpæ
llia
liə
liē
tive
tɪv
tiv
retaliative

Ορισμός και σημασία του "palliative"στα αγγλικά

01

παλλιάτιβο, παλλιατική θεραπεία

a treatment that eases symptoms but does not address the underlying cause 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palliatives
Παραδείγματα
The doctor prescribed a palliative to reduce the patient's suffering. 

Ο γιατρός συνέταξε ένα παρηγορητικό για να μειώσει τα βάσανα του ασθενούς.

palliative
01

πραϋντικός, συμπτωματικός

relieving symptoms without curing the underlying cause 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Comfort and dignity are central to palliative care. 

Η άνεση και η αξιοπρέπεια είναι κεντρικά στην παρηγορητική φροντίδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store