palindrome
palindrome
'pælɪndrəʊm
pālindrewm

Ορισμός και σημασία του "palindrome"στα αγγλικά

01

παλίνδρομο, λέξη ή φράση που διαβάζεται το ίδιο και από τις δύο κατευθύνσεις

a word or phrase or sentence that is read the same backward as forward 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palindromes
02

παλίνδρομο, παλινδρομική αλληλουχία

a DNA sequence that has the same order of nucleotides on each side of the complementary DNA strands 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store