Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
painterly
01
ζωγραφικός, καλλιτεχνικός
larceny after trust rather than after unlawful taking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most painterly
συγκριτικός βαθμός
more painterly
διαβαθμίσιμο
02
ζωγραφικός, εκφραστικός με πινελιές
(of a painting or its style) characterized by visible brushstrokes and an expressive, rather than realistic, representation of the subject



























