Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to average out
01
ισοσταθμίζω σε μέσο όρο, φτάνω σε μέσο όρο
to reach an average value when considering various factors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
average
ενεστώτας
average out
γ΄ ενικό πρόσωπο
averages out
ενεστώτα μετοχή
averaging out
απλός αόριστος
averaged out
παθητική μετοχή
averaged out
Παραδείγματα
It's expected that the cost per unit will average out over the entire production run.
Αναμένεται ότι το κόστος ανά μονάδα θα ισιώσει σε όλη τη διάρκεια της παραγωγής.
02
υπολογίζω τον μέσο όρο, βγάζω μέσο όρο
to calculate the average from a set of numbers
Παραδείγματα
We should average out the sales figures for the year.
Πρέπει να υπολογίσουμε τον μέσο όρο των πωλήσεων για το έτος.



























