Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paintbox
01
κουτί χρωμάτων, παλέτα χρωμάτων
a box containing a set of dry pigments, used by artists in painting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paintboxes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
paintbox
paint
box



























