Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paid
01
πληρωμένος, αμειβόμενος
marked by receiving money or compensation for work or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most paid
συγκριτικός βαθμός
more paid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
employment, compensation, economics
Παραδείγματα
She found a paid internship for the summer.
Βρήκε μια αμειβόμενη πρακτική για το καλοκαίρι.
02
αμειβόμενος, πληρωμένος
involving gainful employment in something often done as a hobby
03
κερδοφόρος, επικερδής
yielding a fair profit
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
postpaid
prepaid
unpaid
paid



























