paid
Pronunciation
/ˈpeɪd/

Ορισμός και σημασία του "paid"στα αγγλικά

01

πληρωμένος, αμειβόμενος

marked by receiving money or compensation for work or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most paid
συγκριτικός βαθμός
more paid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He prefers a paid job over unpaid volunteer work.
Προτιμά μια αμειβόμενη δουλειά από την αμισθί εθελοντική εργασία.
02

αμειβόμενος, πληρωμένος

involving gainful employment in something often done as a hobby
03

κερδοφόρος, επικερδής

yielding a fair profit

Λεξικό Δέντρο

postpaid
prepaid
unpaid
paid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store