Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pagoda
01
παγόδα, πολυώροφος ναός
a multi-story temple located in East or South Asia with a curved roof at each story
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pagodas



























