Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Padre
01
στρατιωτικός ιερέας, παπάς στρατού
a chaplain in one of the military services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
padres
αρσενικό ενικό
padre
θηλυκό ενικό
chaplain
neutral form
chaplain
LanGeek



























