padlock
Pronunciation
/ˈpædˌɫɑk/

Ορισμός και σημασία του "padlock"στα αγγλικά

01

κλειδαριά, κλειδαριά αλυσίδας

a detachable lock with a hinged or sliding shackle that can be passed through an opening and then secured shut, typically used to secure doors, gates, lockers, or containers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
padlocks
Παραδείγματα
Thieves broke the padlock and entered the warehouse.
Οι κλέφτες έσπασαν την κλειδαριά και μπήκαν στην αποθήκη.
to padlock
01

κλειδώνω με λουκέτο, κλειδώνω με αλυσίδα

to secure something using a padlock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
padlock
γ΄ ενικό πρόσωπο
padlocks
ενεστώτα μετοχή
padlocking
απλός αόριστος
padlocked
παθητική μετοχή
padlocked
Παραδείγματα
He padlocks the toolbox to prevent theft.
Αυτός κλειδαριά το κουτί εργαλείων για να αποτρέψει την κλοπή.

Λεξικό Δέντρο

padlock

pad

+

lock

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store