Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Padlock
01
κλειδαριά, κλειδαριά αλυσίδας
a detachable lock with a hinged or sliding shackle that can be passed through an opening and then secured shut, typically used to secure doors, gates, lockers, or containers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
padlocks
Παραδείγματα
He secured the shed with a heavy-duty padlock.
Ασφάλισε την αποθήκη με μια ανθεκτικήκλειδαριά.
to padlock
01
κλειδώνω με λουκέτο, κλειδώνω με αλυσίδα
to secure something using a padlock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
padlock
γ΄ ενικό πρόσωπο
padlocks
ενεστώτα μετοχή
padlocking
απλός αόριστος
padlocked
παθητική μετοχή
padlocked
Παραδείγματα
They padlocked the storage unit before leaving.
Κλείδωσαν με λουκέτο τη μονάδα αποθήκευσης πριν φύγουν.
Λεξικό Δέντρο
padlock
pad
lock



























