padded
padded
'pædɪd
παιντιντ

Ορισμός και σημασία του "padded"στα αγγλικά

01

στρωμένος, γεμισμένος

filled or covered with soft material for protection, comfort, or added shape 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most padded
συγκριτικός βαθμός
more padded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, materials, comfort
Παραδείγματα
She wore a padded jacket to stay warm in the cold weather. 

Φόρεσε ένα φουτερ σακάκι για να μείνει ζεστή στον κρύο καιρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

padded
pad
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store