packer
pa
ˈpæ
cker
puckerpacerpickerpecker

Ορισμός και σημασία του "packer"στα αγγλικά

01

συσκευαστής, πακετάρισμα

an individual who prepares and packages products for shipment or storage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
packers
02

συσκευαστής, χονδρέμπορος στη βιομηχανία συσκευασίας κρέατος

a wholesaler in the meat-packing business 
03

πεζοπόρος με σακίδιο, οδοιπόρος με σακίδιο

a hiker who wears a backpack 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store