avalanche
a
ˈæ
ā
va
lanche
lɑ:nʃ
laansh

Ορισμός και σημασία του "avalanche"στα αγγλικά

01

χιονοστιβάδα

large amounts of snow falling from mountains 
avalanche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
avalanches
Παραδείγματα
Rescue teams were dispatched to the area after the avalanche. 

Οι ομάδες διάσωσης στάλθηκαν στην περιοχή μετά την χιονοστιβάδα.

02

χιονοστιβάδα

a sudden appearance of an overwhelming number of things 
to avalanche
01

χιονοστιβάζω, καταρρέω

gather into a huge mass and roll down a mountain, of snow  
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
avalanche
γ΄ ενικό πρόσωπο
avalanches
ενεστώτα μετοχή
avalanching
απλός αόριστος
avalanched
παθητική μετοχή
avalanched

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store