Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Avalanche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
avalanches
Παραδείγματα
They survived the avalanche by taking shelter in a cave.
Επιβίωσαν από την χιονοστιβάδα παίρνοντας καταφύγιο σε μια σπηλιά.
02
χιονοστιβάδα
a sudden appearance of an overwhelming number of things
to avalanche
01
χιονοστιβάζω, καταρρέω
gather into a huge mass and roll down a mountain, of snow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
avalanche
γ΄ ενικό πρόσωπο
avalanches
ενεστώτα μετοχή
avalanching
απλός αόριστος
avalanched
παθητική μετοχή
avalanched



























