Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pacific
01
Ειρηνικός Ωκεανός, Ειρηνικός
the biggest and deepest ocean in the world, stretching between Asia and the Americas, famous for its calmness and rich variety of sea life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
pacific
01
σχετικός με τον Ειρηνικό Ωκεανό, που συνορεύει με τον Ειρηνικό Ωκεανό
relating to or bordering the Pacific Ocean
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
ειρηνικός, γαλήνιος
promoting peace
03
ειρηνικός, μη βίαιος
tending to keep peace and stay away from conflicts
Παραδείγματα
The pacific approach of the leader encouraged dialogue and compromise among the team members.
Η ειρηνική προσέγγιση του ηγέτη ενθάρρυνε τη διάλογο και τον συμβιβασμό μεταξύ των μελών της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
pacificist
pacific
pacif



























